Αἰσχύλειος

Αἰσχύλειος, α, ον,
A of or like Aeschylus, Sch.Il.19.87.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αισχύλειος — αἰσχύλειος, α, ον (Μ) [Αἰσχύλος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Αισχύλο, ο όμοιος με τον Αισχύλο και το έργο του …   Dictionary of Greek

  • Αἰσχύλειον — Αἰσχύλειος of masc acc sg Αἰσχύλειος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.